"Πνοές" (Video Αrt με ποιήματα ελλήνων ποιητών) / "Breathings" (video art that portrays great works of greek literature)_2015

Νίκου Καββαδία "Μαραμπού" (Προσεχώς) / "Marabou" by Nikos Kavvadias (Shortly)




Ένα από τα videoart εικαστικής διάθεσης πάνω σε έργα γνωστών ποιητών, που συνθέτουν τις "Πνοές", που, από την απαγγελία ως τη σκηνοθεσία και από την οπτική ως την μουσική επένδυσή τους, αποτελούν, εξ ολοκλήρου, προσωπική κατάθεση του σκηνοθέτη Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη.

"Μαραμπού"


Λένε γιὰ μένα οἱ ναυτικοὶ ποὺ ἐζήσαμε μαζὶ
πὼς εἶμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πὼς τὶς γυναῖκες μ᾿ ἕνα τρόπον ὕπουλο μισῶ
κι ὅτι μ᾿ αὐτὲς νὰ κοιμηθῶ ποτέ μου δὲν πηγαίνω.

Ἀκόμα, λένε πὼς τραβῶ χασίσι καὶ κοκό,
πὼς κάποιο πάθος μὲ κρατεῖ φριχτὸ καὶ σιχαμένο,
κι ὁλόκληρο ἔχω τὸ κορμὶ μὲ ζωγραφιὲς αἰσχρές,
σιχαμερὰ παράξενες, βαθιὰ στιγματισμένο.

Ἀκόμα, λένε πράματα φριχτὰ πάρα πολύ,
ποὺ εἶν᾿ ὅμως ψέματα χοντρὰ καὶ κατασκευασμένα,
κι αὐτὸ ποὺ ἐστοίχισε σὲ μὲ πληγὲς θανατερὲς
κανεὶς δὲν τό ῾μαθε, γιατὶ δὲν τό ῾πα σὲ κανένα.

Μ᾿ ἀπόψε, τώρα ποὺ ἔπεσεν ἡ τροπικὴ βραδιά,
καὶ φεύγουν πρὸς τὰ δυτικὰ τῶν Μαραμποὺ τὰ σμήνη,
κάτι μὲ σπρώχνει ἐπίμονα νὰ γράψω στὸ χαρτί,
ἐκεῖνο, ποὺ παντοτινὴ κρυφὴ πληγή μου ἐγίνη.

Ἤμουνα τότε δόκιμος σ᾿ ἕνα λαμπρὸ ποστάλ
καὶ ταξιδεύαμε Αἴγυπτο γραμμὴ Νότιο Γαλλία.
Τότε τὴ γνώρισα -σὰν ἄνθος ἐμοίαζε ἀλπικὸ-
καὶ μία στενὴ μᾶς ἔδεσεν ἀδελφικὴ φιλία.

Ἀριστοκρατική, λεπτὴ καὶ μελαγχολική,
κόρη ἑνὸς πλούσιου Αἰγύπτιου ὁπού ῾χε αὐτοκτονήσει,
ταξίδευε τὴ λύπη της σὲ χῶρες μακρινές,
μήπως ἐκεῖ γινότανε νὰ τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδὸν τῆς Μπασκιρτσὲφ κρατοῦσε τὸ Ζουρνάλ,
καὶ τὴν Ἁγία της Ἄβιλας παράφορα ἀγαποῦσε,
συχνὰ στίχους ἀπάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ὧρες πολλὲς πρὸς τὴ γαλάζιαν ἔκταση ἐκοιτοῦσε.

Κι ἐγώ, ποὺ μόνον ἑταιρῶν ἐγνώριζα κορμιά,
κι εἶχα μίαν ἄβουλη ψυχὴ δαρμένη ἀπ᾿ τὰ πελάη,
μπροστά της ἑξανάβρισκα τὴν παιδικὴ χαρὰ
καί, σὰν προφήτη, ἐκστατικὸς τὴν ἄκουα νὰ μιλάει.

Ἕνα μικρὸ τῆς πέρασα σταυρὸν ἀπ᾿ τὸ λαιμὸ
κι ἐκείνη ἕνα μοῦ χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ἤμουν ὁ πιὸ δυστυχισμένος ἄνθρωπος τῆς γῆς,
ὅταν ἐφθάσαμε σ᾿ αὐτὴν ποὺ θά ῾φευγε, τὴν πόλη.

Τὴν ἐσκεφτόμουνα πολλὲς φορὲς στὰ φορτηγά,
ὡς ἕνα παραστάτη μου κι ἄγγελο φύλακά μου,
καὶ μία φωτογραφία της στὴν πλώρη ἦταν γιὰ μὲ
ὄαση, ποὺ ἕνας συναντᾶ μὲς στὴν καρδιὰ τῆς Ἄμμου.

Νομίζω πὼς θὲ νά ῾πρεπε νὰ σταματήσω ἐδῶ.
Τρέμει τὸ χέρι μου, ὁ θερμὸς ἀγέρας μὲ φλογίζει.
Κάτι ἄνθη ἐξαίσια τροπικὰ τοῦ ποταμοῦ βρωμοῦν,
κι ἕνα βλακῶδες Μαραμποὺ παράμερα γρυλίζει.

Θὰ προχωρήσω!... Μία βραδιὰ σὲ πόρτο ξενικὸ
εἶχα μεθύσει τρομερὰ μὲ οὐίσκυ, τζὶν καὶ μπύρα,
καὶ κατὰ τὰ μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
τὸ δρόμο πρὸς τὰ βρωμερά, χαμένα σπίτια ἐπῆρα.

Αἰσχρὲς γυναῖκες τράβαγαν ἐκεῖ τους ναυτικούς,
κάποια μ᾿ ἅρπαξ᾿ ἀπότομα, γελώντας, τὸ καπέλο
(παλιὰ συνήθεια γαλλικὴ τοῦ δρόμου τῶν πορνῶν)
κι ἐγὼ τὴν ἀκολούθησα σχεδὸν χωρὶς νὰ θέλω.

Μία κάμαρα στενή, μικρή, σὰν ὅλες βρωμερή,
οἱ ἀσβέστες ἀπ᾿ τοὺς τοίχους της ἐπέφτανε κομμάτια,
κι αὐτὴ ράκος ἀνθρώπινο ποὺ ἐμίλαγε βραχνά,
μὲ σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Τῆς εἶπα κι ἔσβησε τὸ φῶς. Ἐπέσαμε μαζί.
Τὰ δάχτυλά μου καθαρὰ μέτρααν τὰ κόκαλά της.
Βρωμοῦσε ἀψέντι. Ἐξύπνησα, ὡς λένε οἱ ποιητές,
«μόλις ἐσκόρπιζεν ἡ αὐγὴ τὰ ροδοπέταλά της».

Ὅταν τὴν εἶδα καὶ στὸ φῶς τ᾿ ἀχνὸ τὸ πρωινό,
μοῦ φάνηκε λυπητερή, μὰ κολασμένη τόσο,
ποὺ μ᾿ ἕνα δέος ἀλλόκοτο, σὰ νά ῾χα φοβηθεῖ,
τὸ πορτοφόλι μου ἔβγαλα γοργὰ νὰ τὴν πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μὰ ἔβγαλε μία φωνή,
κι εἶδα μία ἐμένα νὰ κοιτᾶ μὲ μάτι ἀγριεμένο,
καὶ μία τὸ πορτοφόλι μου... Μ᾿ ἀπόμεινα κι ἐγὼ
ἕνα σταυρὸν ἀπάνω της σὰν εἶδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας τὸ καπέλο μου βγῆκα σὰν τὸν τρελό,
σὰν τὸν τρελὸ ποὺ ἀδιάκοπα τρικλίζει καὶ χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στὸ αἷμα μου μία ἀρρώστια τρομερή,
ποὺ ἀκόμα βασανιστικὰ τὸ σῶμα μου παιδεύει.

Λένε γιὰ μένα οἱ ναυτικοὶ ποὺ ἐκάμαμε μαζὶ
πὼς χρόνια τώρα μὲ γυναίκα ἐγὼ δὲν ἔχω πέσει,
πῶς εἶμαι παλιοτόμαρο καὶ πὼς τραβάω κοκό.
Μ᾿ ἂν ἤξεραν οἱ δύστυχοι, θὰ μ᾿ εἶχαν συχωρέσει...

Τὸ χέρι τρέμει... Ὁ πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ,
ἀσάλευτο ἕνα Μαραμποὺ στὴν ὄχθη νὰ κοιτάζω.
Κι ἔτσι καθὼς ἐπίμονα κι ἐκεῖνο μὲ κοιτᾶ,
νομίζω πὼς στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ βλακεία τοῦ μοιάζω ...


Αφήγηση - Μοντάζ - Σκηνοθεσία

Κυριάκος Χατζημιχαηλίδης




Marabou

The sailors I live with say these things of me
I’m a tough sort of bastard and twisted too;
the way I hate all women is sinister – 
they say I haven’t slept with one in years.

They even say I take cocaine and hash;
some frightful passion has me in its grasp.
They swear my body’s covered in tattoos,
disgusting, and indelibly burnt in.

And other dreadful lies that they’ve cooked up;
they never learned the thing that hurt me most
and gave me a deadly wound. It’s secret still
and stays that way since I don’t talk of it.

Tonight, though, aw the tropic evening falls
and flocks of marabou are flying west
something keeps prodding me to write it down,
that wound I’d always kept inside myself.

I was a midshipman on postal boats;
we did the run from Egypt to Southern France.
I met her then – a flower of the Alps – 
and like a brother soon became her friend.

A thin, sad, aristocratic girl,
her rich Egyptian father killed himself.
She took her sorrow on trips to far-off lands
hoping, perhaps, to leave it behind her there.

She took with her the journal of Bashkirtseff;
she loved with passion the Saint of Avila
and she’d recite me mournful verses in French
and stare for hours on end at the wide blue sea.

And I, who’d only known the bodies of whores,
a soul without a will, lashed by the waves,
discovered in her presence child-like joys
and listened to her ecstatic, as if to a sage.

I gave her a cross to wear around her neck;
she gave me a handsome wallet in return.
You couldn’t find a sadder man than I
when we reached the port where she would leave.

On cargo boats I often thought of her
as an accomplice, guardian angel, friend.
Her photo in the fo’c’sle was for me
an oasis in the heart of desert sands.
It seems to me that I should stop right here;
my hand shakes, the air’s inflaming me.
Exotic river flowers are smelling rank;
a stupid marabou’s squawking far away.

But I’ll go on… One night in a foreign port,
hopelessly drunk on whiskey, gin and beer
I reeled off round midnight along the road
towards the dirty houses of the damned.

Disgusting women pulled the sailors in;
one of them, laughing, quickly snatched my cap
(an old French custom on the street of whores).
I followed although I didn’t really want her.

A narrow room as dirty as the rest,
the plaster peeling off the walls in flakes;
she was a tattered rag with a croaking voice,
her strange dark eyes staring as if possessed.

She switched the light off. We both lay down;
my fingers felt each bone along her back.
She stank of absinthe. I woke, as poets say,
“as soon as Dawn had strewn her rosy petals.”

Seeing he face in the pale morning light
she seemed so pitiful to me, so damned,
that quickly, as if I’d taken fright, I pulled
my wallet out to pay her what I owed:

Twelve French francs… but she gave a sudden cry
and stared first at me with eyes quite wild,
then at my wallet. And I stood frozen too
for I had seen the cross around her neck.

Forgetting my cap I ran out like a fool,
a madman who gapes and staggers down the road;
but I carried a dreadful sickness in my blood
that still torments my body now and then.

The sailors I served with say these things of me:
how it’s years since I went to bed with a girl,
that I’m a tough sort of bastard and shoot cocaine;
if they’d known, poor wretches, they’d have pardoned me…

My hand shakes… fever… I’ve been distracted,
staring at a motionless marabou on the shore,
and as he keeps on staring back at me 
I think how, lonely and foolish, I’m just like him…

Recitation - Editing - Directed by
Kyriakos Chatzimichailidis


 Επιστροφή στις "Πνοές" / Back to "Breathings"