Το ξενοδοχείο η νύχτα που πέφτει» και η υποταγή αυτών που δεν κατανοούν
Ο Νάνος Βαλαωρίτης ήταν ένας βραβευμένος Έλληνας θεωρητικός της λογοτεχνίας και ποιητής. Έχει γράψει αρκετά ποιήματα, πεζά και δοκίμια και ξεχωρίζει για το υπερρεαλιστικό στοιχείο στα έργα του. Έχει επηρεαστεί από τον Καβάφη αλλά και από τον υπερρεαλιστή Αντρέ Μπρετόν. Επίσης ανήκει στην ομάδα των υπερρεαλιστών του Παρισιού. Ένα από τα έργα του ήταν και το (υπερρεαλιστικό) «Το ξενοδοχείο η νύχτα που πέφτει». Το ποίημα κυκλοφόρησε στα γαλλικά την δεκαετία του 1960 με τίτλο “Hotel de la nuit qui tombe”, και μας μιλάει για έναν παράξενο, ονειρικό χώρο (με στοιχεία ονειροδράματος) σε ένα ξενοδοχείο. Καθώς πέφτει η νύχτα, ο χώρος μετατρέπεται σε σκηνικό μυστηρίου με παράλογες και υπερρεαλιστικές διαστάσεις και δυο νέοι που βρίσκονται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου βιώνουν μια σουρεαλιστική πραγματικότητα. Οι εικόνες που προβάλλονται και αναφέρονται στο γλωσσικό πεδίο είναι μεταβλητές, ασύνδετες φαινομενικά, σαν όνειρο. Το ξενοδοχείο λειτουργεί ως τόπος περάσματος, προσωρινότητας και μοναξιάς.
Η παράσταση «Το ξενοδοχείο η νύχτα που πέφτει» που παρακολουθήσαμε στην Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά σε σκηνοθεσία Λίνας Φούντογλου αποτελεί ένα αμάλγαμα σουρεαλισμού και εξπρεσιονισμού, βασισμένο στο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη. Η σκηνοθέτις εμβαθύνει στην αισθητηριακή πλευρά του ποιήματος και μέσα από «αλλόκοτες-παράλογες» καταστάσεις προβάλλει την εμπλοκή ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Στην παράσταση διακρίνουμε ά-λογες καταστάσεις που δεν συνδέονται πάντα έχοντας ως στόχο την απελευθέρωση της φαντασίας των θεατών. Πίσω από τη σκηνή κατά τη διάρκεια της παράστασης διακρίνουμε έναν άνθρωπο με μάσκα ελαφιού και έναν με μάσκα ποντικιού αναδεικνύοντας μια συμβολοποιεία ανοικείωσης (κάτι που δεν βλέπουμε στην καθημερινότητά μας) έχοντας ως σκοπό να προκαλέσει τους θεατές σε ένα σκηνικό σύμπαν υπερβατικής πραγματικότητας. Επίσης, υπάρχει έντονο το εξπρεσιονιστικό στοιχείο, το διακρίνουμε ιδιαίτερα στο ρόλο του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου (Αλέξανδρος Χούντας) που έχει βαφτεί στο πρόσωπο σαν τον κεντρικό ήρωα της εξπρεσιονιστικής ταινίας του 1928 The Man Who Laughs (εμείς τον ξέρουμε ως Τζόκερ από την ταινία Μπάτμαν).
Το σουρεαλιστικό στοιχείο όμως υπερτονίζεται ακόμα περισσότερο από τη σκηνοθέτιδα ανάμεσα στις καταστάσεις που βιώνουν οι δυο ανώνυμοι ηθοποιοί, καθώς και από τους διαλόγους που κάνουν. Έτσι, οι ηθοποιοί (Άγγελος Παππάς και Πέννυ Σακελλαριάδη) διασκεδάζουν, ερωτοτροπούν εκδηλώνουν ενδόμυχα ένστικτα, μετατρέπονται σε κυρίαρχα όντα μέσα από μανιχαϊστικά δίπολα μετατρέπονται σε ζώα (σκύλος) και γενικότερα υφαίνουν ένα μωσαϊκό με ίχνη νοημάτων που έχουν ως σκοπό να να αποδημήσουν το έλλογο «κανονικό σύμπαν». Στους διαλόγους τους διακρίνεται ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών, όπου η αλήθεια θυσιάζεται στον βωμό των προσωπικών τους αφηγημάτων και ταλαντεύεται ανάμεσα σε κοινούς τόπους φαντασίας και πραγματικότητας· την ίδια στιγμή, η γλωσσική αποσύνθεση λειτουργεί ως όχημα για έναν αισθητηριακό αποσυντονισμό «βυθίζοντας» τον θεατή σε μια κατάσταση υπαρξιακής σύγχυσης . Στο έργο δεσπόζει μια έντονη ερωτική φορτισμένη ατμόσφαιρα, η οποία οπτικοποιείται μέσα από την κυριαρχία του κόκκινου χρώματος που υποφώσκει στον ιδιωτικό χώρο των ηρώων. Καθώς τα αντικείμενα του πόθου και της υποταγής έρχονται στο προσκήνιο (μαστίγιο,μάσκες, δερμάτινα σέξι ρούχα) παρασύρουν τους ήρωες σε έναν αποσυντονισμό των αισθήσεων, όπου το ένστικτο υπερτερεί πλέον της λογικής.
Ο δραματικός χώρος στο έργο -το ξενοδοχείο- ενέχει την προσωρινότητα, κάτι που θα τελειώσει μόλις φύγουν από το δωμάτιο και ο δραματικός χρόνος -η νύχτα- με το σκοτεινό περιβάλλον αποτελεί μια κατάσταση μοναξιάς και προσωπικής αναζήτησης. Η σκηνοθέτις, η οποία κάνει την εμφάνιση της ως ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου και παράλληλα αφήνει ένα ερμήνευμα ως ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, δικτατορεύει τη σκηνή και μόλις βγαίνει από αυτή (τη σκηνή) πέφτει και σκοτώνεται -κατεδαφίζεται ως αυτοπαρωδία του εξουσιαστικού λόγου.
Στο υποκριτικό κομμάτι ο Άγγελος Παππάς δίνει μια ερμηνεία με δυναμική υποκριτική υπόσταση, ενσαρκώνοντας τις απαραίτητες εντάσεις που απαιτεί ο ρόλος. Ιδιαίτερα ως σκύλος φανερώνει την ιδιαίτερη ρυθμολογική συνέπεια του ρόλου. Η Πένυ Σακκελαριάδη εντυπωσιάζει με τη σωματικότητα και την ένταση των κινήσεών της προβάλλοντας μια ακλόνητη δυναμική γυναίκα. Ο Αλέξανδρος Χούντας ως ξενοδόχος φανερώνει μια ψύχραιμη κωμικότητα διοχετεύοντας την απαραίτητη ενέργεια στις εξπρεσιονιστικές κορυφώσεις του ήρωά του. Στον αντίποδα, η Λίνα Φούντογλου ως Κατεδαφίστρια υπηρετεί με συνέπεια το ύφος της ατάραχης κωμωδίας, προσδίδοντας στον ρόλο της μια αφοπλιστική ψυχραιμία.
Στη δραματουργία της παράστασης η Εύη Προύσαλη αναδεικνύει εξαιρετικά την ερμηνευτική εμβάθυνση του έργου, λειτουργώντας ως σημαντικός διαμορφωτικός παράγοντας ανάμεσα στο κείμενο και την παράσταση. Η μουσική σύνθεση από τον Ιωάννη Βουδούρη σε συγκερασμό με τον σχεδιασμό φώτων από τον Λάμπρο Παπούλια «χρωματίζουν» σε ικανοποιητικό βαθμό την παράσταση επί σκηνής· ενώ παράλληλα η επιμέλεια κίνησης από την Βρισηίδα Σολωμού βοηθάει στην αποτύπωση του δραματικού χώρου, καθώς οι κινήσεις γίνονται σε ολόκληρη τη σκηνή ικανοποιητικά σχεδιασμένες. Τα κοστούμια από τον Χρήστο Μυλωνά αν και αναδεικνύουν τις εκφάνσεις των ηθοποιών και των καταστάσεων έχουν μια «χαμηλόφωνη» απλότητα που δεν ακολουθεί πάντα τις δραματικές εντάσεις.
Συμπερασματικά, η παράσταση «Το ξενοδοχείο η νύχτα που πέφτει» σε σκηνοθεσία Λίνας Φούντογλου, προτείνει μια ιδιαίτερη αισθητική, βασισμένη σε μια μεταβαλλόμενη και επεισοδιακή σκηνική δομή. Μέσα από ένα πολυπρισματικό κολλάζ δράσης, το έργο αποποιείται την κλασική γραμμικότητα και καλεί τον θεατή να γίνει «συνδημιουργός», εντοπίζοντας ο ίδιος τα σημεία τομής και τις νοηματικές ευθυγραμμίσεις της αφήγησης.
Περισσότερες πληροφορίες για επόμενες παραστάσεις μπορείτε να βρείτε εδώ.
Φωτογραφίες: Ελένη Σπαθή