Ένα μπουρίνι που διήρκησε, κι ένα ζευγάρι που κλήθηκε κατά τύχη να σώσει έναν συνάνθρωπο χωρίς να ξέρει πώς.
Ένα μπουρίνι που διήρκησε, και ένα ζευγάρι που κλήθηκε κατά τύχη να σώσει έναν συνάνθρωπο χωρίς να ξέρει πώς να το κάνει αυτό. Ένα ζήτημα δύσκολο αφού μια τυχαία κλήση στο τηλέφωνο την ώρα που μαινόταν η καταιγίδα, από άγνωστη γυναίκα, τάραξε την ψυχολογία τους. Τους έκανε να νιώσουν κάτι πιο πέρα από μια απλή ανησυχία,μια αγωνία βαθιά και ένα τεράστιο ερωτιματικό: πώς θα την βοηθήσουν;
Ένας άνθρωπος είναι συνδεδεμένος από τη γέννησή του με μια τηλεοπτική οθόνη. Όταν ενήλικος πλέον συνειδητοποιεί την κατάστασή του, είναι πολύ αργά για να αντιδράσει.
Σε ένα δωμάτιο-φυλακή μεγαλώνει ένα βρέφος αναγκασμένο να παρακολουθεί συνεχώς τηλεόραση. Η συνήθεια αυτή ισχυροποιείται καθώς μεγαλώνει. Όταν ελευθερώνεται από τα δεσμά του, η εξάρτησή του από την τηλεοπτική οθόνη έχει πλέον ευνουχίσει κάθε άλλη του θέληση. Αντί να εξασκήσει την ελευθερία του, βυθίζεται ολοκληρωτικά στην αποχαύνωση.
Δύο μπάτσοι και ο ντήλερ τους… Μια παιδική φιλία δοκιμάζεται, σε διάρκεια 5 λεπτών πραγματικού χρόνου, υπό πίεση…
Ο Τζόννυ κι ο Θωμάς είναι δύο αστυνομικοί (από το αλήτικο ντύσιμό τους μπορούμε να συμπεράνουμε μόνο ότι είναι της δίωξης ναρκωτικών) που για να βγάζουν το «έξτρα» τους, έχουν αναθέσει στον παιδικό φίλο του Τζόννυ , τον Αλέξη, να λειτουργεί ως ντήλερ και να διακινεί τα ναρκωτικά και τα όπλα που του προμηθεύουν, σε συνεννόηση όμως μαζί τους για να αποφεύγουν τις κακοτοπιές. Ο Αλέξης κάθε άλλο παρά τυπικός είναι με αυτόν τον κανόνα και όντας επιπόλαιος –όπως αργότερα πληροφορούμαστε ότι είναι – κάνει το μοιραίο λάθος. Κλείνει ένα ντηλ, χωρίς να δώσει αναφορά στον Τζόννυ και το Θωμά, με αποτέλεσμα ο πελάτης του να είναι "μυστικός αστυνομικός" και ο Αλέξης να γίνει, χωρίς να το ξέρει, στόχος του. Έτσι η ιστορία μας ξεκινάει όταν ο Τζόννυ κι ο Θωμάς, πληροφορούνται ότι θα γίνει έφοδος στην αποθήκη του Αλέξη σε 30’ λεπτά. Φεύγουν λοιπόν αμέσως, βρίσκουν τον Αλέξη να πίνει καφέ με μια γκόμενα, σχεδόν τον απαγάγουν και τον πηγαίνουν σε ένα άλσος, για να μάθουν τι έγινε ακριβώς, αλλά κυρίως να αποφασίσουν αν θα τον σκοτώσουν ή όχι… Και το σημαντικότερο : η ώρα έχει περάσει και πρέπει να πάρουν αυτή την τόσο κρίσιμη απόφαση, μέσα σε 5’ λεπτά, πριν η αστυνομία συλλάβει τον Αλέξη!!!! Θα υποκύψει ο Τζόννυ στην επιθυμία του σχεδόν ψυχωτικού συναδέλφου του, Θωμά, να «καθαρίσουν» τον παιδικό , αλλά επιπόλαιο, φίλο του Αλέξη; Ο χρόνος πιέζει και ο Τζόννυ θα πρέπει να πάρει την πιο σημαντική απόφαση της ζωής του…
Μια γυναίκα που δεν διστάζει, μπροστά στο μητρικό της ένστικτο, να κάνει αυτό που ποτέ δεν φανταζότανε…
Ένας νέος που δεν θα μάθει ποτέ το σημαντικότερο για την ζωή του.
Ένας άνδρας που θα συγκατανεύσει σε κάτι ακραίο.
Κι ένα παιδί…
1960.
Η γυναίκα θέλει να γίνει μητέρα. Ο πατέρας δε μπορεί. Η απόφαση για ένα παιδί τους δένει περισσότερο. Η γυναίκα τολμά. Ο νεαρός δε θα γνωρίζει.
Ένας ψαράς παρά τη φτώχειά του και το φόβο που έχει προκαλέσει στην περιοχή του Δέλτα του Έβρου η έντονη εισροή λαθρομεταναστών, φιλοξενεί στην καλύβα του έναν κατατρεγμένο λαθρομετανάστη. Η γυναίκα φέρνει αντίρρηση και έχει αμφιβολίες, αλλά ο ψαράς τα παραβλέπει αυτά, και αισθάνεται χρέος απέναντι στον συνάνθρωπό του.
Στην περιοχή του Δέλτα του Έβρου είναι πολύ συχνό το φαινόμενο, ειδικά τα τελευταία χρόνια, να περνούν τα ελληνοτουρκικά σύνορα καθημερινά δεκάδες λαθρομετανάστες. Ένας ψαράς που κάνει τη δουλειά του αμέριμνος στη βάρκα του, και απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τις ομορφιές της φύσης, έρχεται αντιμέτωπος πρόσωπο με πρόσωπο με έναν κατατρεγμένο από την συνοριοφυλακή λαθρομετανάστη. Ο άνδρας αυτός βρίσκεται σε πολύ άσχημη σωματική και ψυχολογική διάθεση. Ο ψαράς αποφασίζει, παρά τους εσψτερικούς ενδοιασμούς να τον βοηθήσει, και τον πηγαίνει στην καλύβα του. Εκεί, η σύζυγος του ψαρά φέρνει αντίρρηση για την κίνηση του συζύγου της, αλλά προσφέρει στον άτυχο άνδρα νερό και φαγητό. Ο ψαράς λυπάται τον κατατρεγμένο άνδρα για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Μετά από μια μικρή διαμάχη του ψαρά με την συζυγό του, ο άγνωστος άνδρας φέυγει τρέχοντας και εξαφανίζεται προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς να πει τίποτα.
Ένα "φλογερό" σκηνικό εκτυλίσσεται σ' ένα δωμάτιο με... τουαλέτες. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν ορισμένα ανησυχητικά περίεργα σημεία στο δωμάτιο. Ο διάχυτος ερωτισμός δε θ' αργήσει να μετατραπεί σε αποστροφή...
«ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΤΟΥΑΛΕΤΕΣ» γράφει σε μία ταμπέλα, διακριτικά τοποθετημένη πάνω σε μία ολοκαίνουργια, καλογυαλισμένη, γαλάζια πόρτα. Κάτω από την επιγραφή με τα κεφαλαία γράμματα, συνεχίζει να γράφει με μικρά «ανδρικές, γυναικείες», και ακριβώς από κάτω «και ομοφυλοφιλικές». Καθώς η πόρτα ανοίγει, με την στοιχειώδη ταχύτητα του σασπένς, εισάγεσαι σταδιακά σ’ ένα εντυπωσιακά οργιώδες σκηνικό. Σε πρώτη αίσθηση, τα ακουστικά νεύρα των τυμπάνων σου πάλλονται συθέμελα στο ρυθμό που υποβάλλεται από τα διαδοχικά και αλλεπάλληλα βογκητά ηδονής. Ανδρικά, γυναικεία και ομοφυλοφιλικά.
Σε ένα σχολείο όπου συνηθίζεται να ψάλλεται καθημερινά ο Εθνικός Ύμνος, μια ανάπηρη δασκάλα αποτίει το δικό της φόρο τιμής.
Σε κάποιο σχολείο, τα παιδιά ψάλλουν καθημερινά τον Εθνικό Ύμνο. Μια ανάπηρη δασκάλα θεωρεί ιερό της καθήκον να στέκεται όρθια κατά τη διάρκεια του Ύμνου, παρά την κατάφωρη αδυναμία της. Η αρχή της αυτή παραβιάζεται μονάχα στη θέα μιας άλλης παράλυτης κοπέλας που, καθώς βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από εκείνη, αδυνατεί να σηκωθεί.
Στην ανθρώπινη φύση πάντα αποζητάς εκείνο που δεν έχεις. Μια ιστορία για κάποιον που έψαξε κάτι παραπέρα από αυτό που του δόθηκε, αλλά δεν του βγήκε!
Η αιώνια μάχη στο μυαλό όλων, που μας ξαγρυπνά τα βράδια: Τελικά αυτό που έχω είναι αυτό που θέλω? Και πως ξέρω ότι έχω ότι θέλω ή ότι θέλω ότι έχω? Πρέπει να πειραματιστώ, να το ψάξω λίγο. Και πειραματίζεσαι… και ψάχνεις. Και αν είσαι τυχερός λες ότι καλά έκανες αν είσαι άτυχος μένεις με τους εφιάλτες. Γιατί όλα τελικά είναι θέμα τύχης! Η συμβουλή μου μάλλον είναι ότι επειδή δεν βγαίνει άκρη, μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι!
Μία παρέα μικρών παιδιών παίζει, χωρίς να ξεχωρίζει ράτσες.
Έξι παιδιά μικρής ηλικίας παίζουν «πόλεμο» σε ένα πάρκο. Είναι όλα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Όμως εκείνα δε βλέπουν ανισότητες και διαφορές.
Η οικονομική κρίση, οι απολύσεις και το ψυχικό σθένος που πρέπει να έχουμε για να προχωρήσουμε παρακάτω. Πάντα υπάρχει μια επόμενη μέρα, ο κόσμος δε σταματά στους οικονομικούς δείκτες. Να καταφέρουμε να είμαστε "πάνω από όλα αυτά"...
Οι διευθυντάδες της την απέλυσαν κι εκείνη πήγε και πήρε ένα ... ποδήλατο! "Δε θα μου κάνει κανείς τη ζωή ποδήλατο", σκέφτηκε και άφησε την ψυχρολουσία της απόλυσης πολύ πίσω της. Η επόμενη μέρα, είναι μια άλλη μέρα, γεμάτη φως, αγάπη και ... ελευθερία! Φτου ξελευτερία!
Ένας άνθρωπος, μπροστά σε μια δύσκολη απόφαση.
Ένα αεροπλάνο απογειώνεται και παίρνει μαζί του στιγμές. Τι χωράει άραγε σε μια βαλίτσα;
Ποτέ μην αποπειραθείτε να κλείστε μέσα στο σπίτι τον έφηβο γιο σας την ημέρα των γενεθλίων του!
Δύο άκαρδοι γονείς φεύγουν για εκδρομή, αφήνοντας στο σπίτι τον έφηβο γιο τους για τρεις μέρες, ενώ την επόμενη είναι τα γενέθλια του. Για να είναι βέβαιοι ότι ο ανήσυχος γιος τους θα κάτσει φρόνιμα αυτή τη φορά, προσλαμβάνουν μία μέγαιρα - πρώην στρατιωτικό, η οποία αναλαμβάνει τον κατ' οίκο περιορισμό του. Ο Φάνης όμως είναι αποφασισμένος για όλα, ώστε να γιορτάσει τα γενέθλια του με τους φίλους του και την οικογένεια του.
Θέμα της συγκεκριμένης ιστορίας αποτελεί η ευκολία με την οποία κάποιες πληροφορίες μπορούν να αλλοιωθούν, καθώς μεταφέρονται από στόμα σε στόμα - ή ακόμα χειρότερα από τηλέφωνο σε τηλέφωνο...-, οδηγώντας σε λανθασμένες εντυπώσεις και πολλές φορές σε παρεξηγήσεις.
Θέμα της συγκεκριμένης ιστορίας αποτελεί η ευκολία με την οποία κάποιες πληροφορίες μπορούν να αλλοιωθούν, καθώς μεταφέρονται από στόμα σε στόμα - ή ακόμα χειρότερα από τηλέφωνο σε τηλέφωνο...-, οδηγώντας σε λανθασμένες εντυπώσεις και πολλές φορές σε παρεξηγήσεις. Έτσι λοιπόν η συνάντηση του Αντώνη με έναν παλιό του συμμαθητή γίνεται αφορμή, για να αρχίσει η διάδοση μιας φημολογίας σχετικά με το επάγγελμά του. Ο Αντώνης μεταμορφώνεται μέσα σε λίγα λεπτά από κηπουρός ενός δημοτικού πάρκου σε υπάλληλο των δημοτικών αρχών, στη συνέχεια σε δήμαρχο και καταλήγει πρέσβης, ώσπου τελικά η αλήθεια αποκαθίσταται...
Θέμα της συγκεκριμένης ιστορίας αποτελεί η ευκολία με την οποία κάποιες πληροφορίες μπορούν να αλλοιωθούν, καθώς μεταφέρονται από στόμα σε στόμα - ή ακόμα χειρότερα από τηλέφωνο σε τηλέφωνο...-, οδηγώντας σε λανθασμένες εντυπώσεις και πολλές φορές σε παρεξηγήσεις.
Θέμα της συγκεκριμένης ιστορίας αποτελεί η ευκολία με την οποία κάποιες πληροφορίες μπορούν να αλλοιωθούν, καθώς μεταφέρονται από στόμα σε στόμα - ή ακόμα χειρότερα από τηλέφωνο σε τηλέφωνο...-, οδηγώντας σε λανθασμένες εντυπώσεις και πολλές φορές σε παρεξηγήσεις. Έτσι λοιπόν η συνάντηση του Αντώνη με έναν παλιό του συμμαθητή γίνεται αφορμή, για να αρχίσει η διάδοση μιας φημολογίας σχετικά με το επάγγελμά του. Ο Αντώνης μεταμορφώνεται μέσα σε λίγα λεπτά από κηπουρός ενός δημοτικού πάρκου σε υπάλληλο των δημοτικών αρχών, στη συνέχεια σε δήμαρχο και καταλήγει πρέσβης, ώσπου τελικά η αλήθεια αποκαθίσταται...
Ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα τυποποιημένα προϊόντα, τα φάρμακα και τα συμπληρωματικά χάπια. Όμως τελικά πόσο ανάγκη τα έχουμε; Happyend? Or no Xapi?
Ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα τυποποιημένα προϊόντα, τα φάρμακα και τα συμπληρωματικά χάπια. Όμως τελικά πόσο ανάγκη τα έχουμε; Happyend? Or no Xapi? Ο ήρωας μας είναι ένας καθημερινός άνθρωπος που μέσα από την ρουτίνα της καθημερινότητα του θα ανακαλύψει ότι η πραγματική ευτυχία δεν βρίσκεται απλά σε ένα χάπι.
Ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα τυποποιημένα προϊόντα, τα φάρμακα και τα συμπληρωματικά χάπια. Όμως τελικά πόσο ανάγκη τα έχουμε; Happyend? Or no Xapi?
Ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα τυποποιημένα προϊόντα, τα φάρμακα και τα συμπληρωματικά χάπια. Όμως τελικά πόσο ανάγκη τα έχουμε; Happyend? Or no Xapi? Ο ήρωας μας είναι ένας καθημερινός άνθρωπος που μέσα από την ρουτίνα της καθημερινότητα του θα ανακαλύψει ότι η πραγματική ευτυχία δεν βρίσκεται απλά σε ένα χάπι.
Ενώ πατέρας και κόρη περνούν, χέρι με χέρι, από τις διαβάσεις τον δρόμο, ο γονιός πέφτει αναίσθητος στην άσφαλτο. Τόσο κατά την απρόσεκτη μεταφορά του ανήμπορου άντρα στο πεζοδρόμιο όσο και κατά την παροχή των βοηθειών, μπαμπάς και κόρη κρατιούνται σφιχτά από το χέρι.
Μπαμπάς και κόρη περνούν, χέρι με χέρι, από τις διαβάσεις το δρόμο. Ξαφνικά, ο μπαμπάς πέφτει, κρατώντας το στήθος του, στην άσφαλτο. Μεταφέρεται βιαστικά από οδηγούς στο πεζοδρόμιο. Αν και αναίσθητος, ο μπαμπάς κρατά επίμονα και συνεχώς το χέρι του παιδιού. Φτάνουν οι πρώτες βοήθειες. Ο τραυματιοφορέας λέει στην κόρη ν’ αφήσει τον πατέρα της, μα εκείνη, με τη σειρά της, επιμένει να σφίγγει το χέρι του γονιού της. Το συμβάν εικονίζεται τελικά σαν μια συνηθισμένη κι απόμακρη σκηνή της πόλης.
Από τότε που πέθανε ο άνδρας της, ο Ανδρέας, η κυρία Αντωνία, έχει μόνο τη φωτογραφία του να μιλά. Είναι, σχεδόν, σίγουρη ότι εκείνος την ακούει. Αυτή τη σιγουριά της, την μεταβιβάζει και σε μας που την παρακολουθούμε.
Η κυρία Αντωνία, για τη γειτονιά, είναι η μισότρελη χήρα του στρατηγού. Μερικές φορές, όπως λέει, νομίζει ότι ακούει το μακαρίτη καθώς μιλά στη φωτογραφία του. Αναρωτιέται και η ίδια μήπως τελικά είναι τρελή. Την παρακολουθούμε να μιλά για τον άνδρα της, το γάμο τους, για τη ζωή της αφού τον έχασε, για το πόσο δύσκολο της είναι να πλησιάσει και να καταλάβει τους ανθρώπους γύρω της. Σε ποιόν απευθύνεται όμως; Στον μακαρίτη στρατηγό μέσω της φωτογραφίας του, στο θεατή ή σε κάποιον άλλο; Είναι στ’ αλήθεια τρελή και απλώς παρακολουθούμε το παραλήρημα της; Το τέλος, μας δίνει μια απάντηση σαφή, όσο και διφορούμενη.
Μια απλή βραδινή έξοδος φίλων θα τους οδηγήσει στο τελευταίο μέρος στο οποίο νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να βρεθούν.
Ο Γιώργος και η Άννα, ο Βασίλης και η Σοφία, ο Χρήστος και η Μαρία είναι τρία ζευγάρια φίλων ηλικίας 27-33 που αποφασίζουν ένα βράδυ να βγούνε έξω οι άντρες χωριστά από τις γυναίκες, με την προοπτική να ξεφύγουν για λίγο από το έτερο ήμισυ τους, και να περάσουν μια ήσυχη βραδιά. Το επόμενο πρωινό βρίσκει την αντροπαρέα σε αρκετά κακή κατάσταση στο νοσοκομείο, ενώ κάποια στιγμή καταφτάνουν και οι κοπέλες τους μην ξέροντας τι ακριβώς έχει συμβεί. Οι άντρες αρχίζουν να εξιστορούν στις γυναίκες τι περίπου έγινε χθες το βράδυ.
Η Μαριλένα εργάζεται σαν φωτογράφος σε διαφημιστική εταιρεία και έχει δεσμό με τον εργοδότη της , τον Ανδρέα που είναι παντρεμένος. Την επομένη της επιστροφής τους από επαγγελματικό ταξίδι στην Αργεντινή, διαβάζει στον υπολογιστή της μύνημα από τον Ανδρέα, που λέγοντας της ότι η γυναίκα του τα έχει μάθει όλα, της ζητάει να χωρίσουν .
Η Μαριλένα, εργάζεται σαν φωτογράφος σε διαφημιστική εταιρεία. Εχει δεσμό με τον εργοδότη της τον Ανδρέα ,ο οποίος είναι παντρεμένος. Στο διαμέρισμά της, την επομένη της επιστροφής τους από επαγγελματικό ταξίδι στην Αργεντινή, και ενώ εκτυπώνει φωτογραφίες τους από ένα παθιασμένο ταγκό που χόρεψαν εκεί, διαβάζει ένα μήνυμα του Ανδρέα που της ζητάει να χωρίσουν , λέγοντας της ότι η γυναίκα του έχει μάθει για σχέση τους και δεν σκοπεύει να χαλάσει την οικογένειά του. Η Μαριλένα οργισμένη, πηγαίνει με ταξί σε κεντρικό οπλοπωλείο όπου αγοράζει ένα κοντόκαννο όπλο και ένα κυνηγετικό μαχαίρι. Σε λίγο βρίσκεται στα γραφεία της εταιρείας της όπου συνάδελφοι της ετοιμάζονται για διαφημιστική φωτογράφηση. Ο Ανδρέας δουλεύει στο γραφείο του μία μακέτα όταν η Μαριλένα μπαίνει θυμωμένα και πετώντας σχεδόν τα όπλα μπροστά του, ουρλιάζει ότι παραιτείται και χωρίς να περιμένει απάντηση φεύγει τρέχοντας. Ο Ανδρέας βουλιάζει στη καρέκλα του. Μπροστά του η μακέτα για διαφήμιση κατσαριδοκτόνου, όπου ένας ηθοποιός ντυμένος με στολή παραλλαγής, στέκεται απειλητικά απέναντι από μία τεράστια κατσαρίδα, κρατώντας στο ένα χέρι το κοντόκαννο όπλο και στο άλλο το μαχαίρι και διαβάζει σε μία επιγραφή : ΜΗΠΩΣ ΧΡΕΙΑΖΕΣΤΕ ΠΙΟ ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΟΠΛΑ?
σελίδα: 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7 | 8 | 9 | 10 | 11 | 12 | 13 | 14 | 15 | 16 | 17 | 18 | 19 | 20 | 21 | 22 | 23 | 24 | 25 | 26 | 27 | 28 | 29 | 30 | 31 | 32 | 33 | 34 | 35 | 36 | 37 | 38 | 39 | 40 | 41 | 42 | 43 | 44 | 45 | 46 | 47 | 48 | 49